αἰχμαλωτικός

αἰχμᾰλ-ωτικός, ή, όν,
A of or for a prisoner, E.Tr. 871.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιχμαλωτικός — αἰχμαλωτικός, ή, όν (Α) [αἰχμάλωτος] αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε αιχμάλωτο …   Dictionary of Greek

  • αἰχμαλωτικοῖς — αἰχμαλωτικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιχμάλωτος — Στην πρώτη της κυριολεκτική σημασία η λέξη σημαίνει αυτόν που τον συνέλαβαν με την αιχμή του δόρατος (αιχμή + αλωτός) και γενικότερα με τη χρήση βίας. Συνήθως, α. θεωρείται ο ένοπλος στρατιώτης του εχθρού που συλλαμβάνεται κατά τη διάρκεια… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.